Υπάρχουν βιβλία που τελειώνεις και κλείνεις αμέσως τη σελίδα για να περάσεις στο επόμενο. Και υπάρχουν και εκείνα που μένουν μαζί σου για μέρες, σαν ένα τραγούδι που συνεχίζει να παίζει στο βάθος του μυαλού σου. Το «Νορβηγικό Δάσος» του Haruki Murakami ανήκει ξεκάθαρα στη δεύτερη κατηγορία.
Αν κάποιος μου ζητούσε να περιγράψω αυτό το βιβλίο με μία λέξη, θα έλεγα «μελαγχολία». Όχι όμως η βαριά, ασήκωτη μελαγχολία. Εκείνη η ήσυχη, σχεδόν όμορφη θλίψη που σε κάνει να κοιτάζεις έξω από το παράθυρο με μια κούπα καφέ στο χέρι και να χάνεσαι στις σκέψεις σου.
Η ιστορία ακολουθεί τον Τόρου, έναν νεαρό φοιτητή που προσπαθεί να βρει τη θέση του στον κόσμο, κουβαλώντας παράλληλα τις απώλειες και τα τραύματα που έχουν σημαδέψει τη ζωή του. Γύρω του κινούνται άνθρωποι εξίσου εύθραυστοι, χαμένοι και ανθρώπινοι. Κανείς δεν είναι τέλειος. Κανείς δεν έχει όλες τις απαντήσεις. Και ίσως αυτό είναι που κάνει τους χαρακτήρες να μοιάζουν τόσο αληθινοί.
Αυτό που αγαπώ στη γραφή του Μουρακάμι είναι ότι καταφέρνει να κάνει τα πιο απλά πράγματα να μοιάζουν σημαντικά. Ένα τραγούδι, ένας περίπατος, μια συζήτηση αργά το βράδυ, ένα πιάτο φαγητό. Δεν συμβαίνουν συνεχώς εντυπωσιακά γεγονότα, κι όμως δεν μπορείς να σταματήσεις να διαβάζεις. Νιώθεις ότι βρίσκεσαι δίπλα στους ήρωες και παρακολουθείς τη ζωή τους να ξετυλίγεται σιγά σιγά.



