Η ιστορία εκτυλίσσεται σε ένα χωριό της Ιταλίας, χωρίς όνομα, όπου οι κάτοικοι είχαν παραγκωνίσει κάθε λέξη που περιγράφει οτιδήποτε υπαρκτό, αντικαθιστώντας την με χειρονομίες και σύμβολα, απλώς για να διατηρηθεί η ομαλή συμβίωση. Κάποτε το χωριό ονομαζόταν Σελινούντας, αλλά πλέον δεν είχε όνομα. Οι σχέσεις των ανθρώπων είχαν απλοποιηθεί τόσο, που η πραγματική επικοινωνία είχε εξαφανιστεί. Η επικοινωνία περιοριζόταν σε ελάχιστες λέξεις και χειρονομίες. Μέσα σε αυτό το παράδοξο σκηνικό ξεχωρίζει ο μικρός Νικολίνο.
![]() |
| Phto Credits: diastixo.gr |
Ο Νικολίνο, παρά τη νεαρή ηλικία του, δηλώνει: «Εγώ είμαι σώος και δεν κινδυνεύω. Εγώ γνωρίζω τις λέξεις και τις αποχρώσεις τους και βρίσκομαι σε αναμονή. Εν τω μεταξύ διηγούμαι».
Την ιστορία αφηγείται ο ίδιος ο Νικολίνο, καθώς μόνο εκείνος αντιλαμβάνεται τη δύναμη των λέξεων, τα συναισθήματα και τις μνήμες που κρύβουν, με σκοπό να τα μοιραστεί με την αγαπημένη του Πριμούλα, λέγοντάς της ότι: «[…] υπάρχουν ιδέες, λησμονημένες στο πέρασμα του χρόνου, που επιβιώνουν· πως υπάρχουν ιστορίες αλληλένδετες που φτάνουν σε εμάς, που είμαστε μονάχα η τελευταία τους σελίδα· πως υπάρχει το “πριν” και το “κατά τη διάρκεια”, και πως στην ανθρώπινη ψυχή θέση διεκδικούν πολλά περισσότερα πράγματα πέρα από τη βουβή μιζέρια του Σελινούντα».
Παλαιότερα, όταν το χωριό ονομαζόταν Σελινούντας και οι λέξεις είχαν ακόμη νόημα, κατέφθασε ένας παράξενος άνθρωπος, ένας βιβλιοπώλης που δεν ήθελε να πουλά βιβλία αλλά να τα διαβάζει στους ανθρώπους, με σκοπό να μεταλαμπαδεύσει τη γνώση τους. Οι κάτοικοι τον κοιτούσαν καχύποπτα και αρκετοί τον αποκαλούσαν δαίμονα εξαιτίας της ιδιαίτερης εμφάνισής του. Κάθε βράδυ καλούσε τους ανθρώπους να παρακολουθήσουν την ανάγνωση, αλλά κανείς δεν προθυμοποιούνταν να πάει. Ο μόνος ακροατής ήταν ο Νικολίνο, ο οποίος κρυφά κάθε βράδυ πλησίαζε το βιβλιοπωλείο, απολαμβάνοντας τη φωνή του και τα συναισθήματα που μετέδιδαν οι λέξεις από τον Προυστ, τον Ρεμπό και τον Μπόρχες.
Για πόσο όμως η συντηρητική αυτή κοινωνία θα ανεχόταν τον παράξενο βιβλιοπώλη; Ένα βράδυ, το βιβλιοπωλείο τυλίχθηκε στις φλόγες. Ο βιβλιοπώλης χάθηκε μέσα στον κόσμο των βιβλίων, ενώ αυτά τα ίδια αιωρήθηκαν σαν αερικά στον ουρανό, αφήνοντας τους κατοίκους να μην μπορούν να πιστέψουν τα μάτια τους. Ο Νικολίνο κράτησε μέσα του όσα είχε ακούσει, για να τα διηγηθεί στο μέλλον και να διασώσει αυτή την ιστορία.
Η τότε κοινωνία του Σελινούντα αντικατοπτρίζει εικόνες της σημερινής κοινωνίας, όπου η δύναμη των λέξεων παραμένει τεράστια, αλλά πολλοί εξακολουθούν να μην κατανοούν την ουσία τους ούτε τη σημασία της συνεχούς μάθησης και εξέλιξης.
Ο Βιβλιοπώλης του Σελινούντα, Roberto Vecchioni.
Σ.

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου
Πες μας τη γνώμη σου!